ἑξάτονος

ἑξάτονος [pron. full] [ᾰ], ον,
A in or of six tones, Plu.2.1028e, Aristid.Quint.1.9, Alex.Eph. ap. Theo Sm.p.141 H.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εξάτονος — ἑξάτονος, ον (Α) αυτός που έχει έξι μουσικούς τόνους. [ΕΤΥΜΟΛ. < εξα < ἕξ (πρβλ. εξάγραμμα) + τόνος] …   Dictionary of Greek

  • ἑξάτονον — ἑξάτονος in masc/fem acc sg ἑξάτονος in neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑξατόνου — ἑξάτονος in masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑξατόνων — ἑξάτονος in masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑξατόνῳ — ἑξάτονος in masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.